ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΑΣ
-Ονοματεπώνυμο: Αθανάσιος (Σάκης) Σκούρτας
-Τόπος καταγωγής: Πειραιάς
-Έτος γέννησης: 1959
Σχέση με τη μοτοσυκλέτα
Πρώτη επαφή με τη μοτοσυκλέτα:
Ο Σάκης Σκούρτας γεννήθηκε και μεγάλωσε σε οικογένεια μοτοσυκλετιστών. Από πολύ μικρή ηλικία ήρθε σε επαφή με τη μοτοσυκλέτα μέσα από τις εικόνες και τα βιώματα του πατέρα του και, στη συνέχεια, του αδελφού του. Η αγάπη του για την ταχύτητα και τους δύο τροχούς καλλιεργήθηκε φυσικά και αβίαστα από τα πρώτα του χρόνια.
Σε νεαρή ηλικία βίωσε την απώλεια του πατέρα του, ο οποίος έχασε τη ζωή του σε δυστύχημα με μοτοσυκλέτα. Το γεγονός αυτό ανέκοψε προσωρινά την πορεία του προς την αγωνιστική δράση, χωρίς όμως να σβήσει το όνειρό του. Αντίθετα, αποτέλεσε μια εσωτερική δοκιμασία που τον ωρίμασε και τον έκανε πιο αποφασισμένο.
Λίγα χρόνια αργότερα, πραγματοποίησε την πρώτη του επίσημη επαφή με τους αγώνες ταχύτητας μοτοσυκλετών, συμμετέχοντας στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για μια μακρά και σημαντική αγωνιστική πορεία.
Πρώτες Μοτοσυκλέτες:
Garelli 50cc, Honda CB250, Honda CB750, Honda Boldor 900, Honda CBX1050
Μοτοσυκλέτες με τις οποίες αγωνίστηκε στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα
Yamaha RD350 (1984), Yamaha RD500 (1986), Suzuki RG500 (1986), Yamaha FZR1000 (1987),
Suzuki GSX-R750 (1988), Honda RC30 (1989–1990), Ducati Corsa 888 (1991),
Suzuki TLR1000 (1999), Suzuki GSX-R1000 (2001), Kawasaki ZXR750 (2005)
Αγωνιστική Πορεία
Η πρώτη του αγωνιστική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1984 σε αγώνες dragster, με μοτοσυκλέτες Kawasaki GPZ550 και Suzuki GS1000. Παρότι σημείωσε αξιόλογες παρουσίες, το συγκεκριμένο αγώνισμα δεν εξέφραζε τον χαρακτήρα και το όραμά του ως αθλητή. Πολύ σύντομα στράφηκε στους αγώνες ταχύτητας πίστας, όπου και βρήκε το φυσικό του περιβάλλον.
Το 1985, με Yamaha RD350, συμμετείχε σε αγώνες circuit στην κατηγορία ενιαίου αγώνα. Παρά την παντελή έλλειψη προηγούμενης αγωνιστικής εμπειρίας, κατάφερε σε περισσότερες από σαράντα συμμετοχές να ανέβει άμεσα σε βάθρα. Η εντυπωσιακή αυτή πορεία του χάρισε το προσωνύμιο «φαινόμενο», καθώς η ταχύτητα προσαρμογής και η ωριμότητα της οδήγησής του ξεχώριζαν από την πρώτη στιγμή.
Το 1986 αποτέλεσε χρονιά-σταθμό. Αγωνίστηκε αρχικά με Yamaha RD500 και στη συνέχεια με Suzuki RG500, συμμετέχοντας ταυτόχρονα σε δύο κατηγορίες: 500–750cc και Open Superbike. Την ίδια χρονιά κατέκτησε και τους δύο τίτλους του Πανελληνίου Πρωταθλήματος, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία του στους ελληνικούς αγώνες ταχύτητας.
Το 1987 ανέβηκε στη μεγάλη κατηγορία με Yamaha FZR1000 και κατέκτησε εκ νέου τον τίτλο του Πρωταθλητή, συνεχίζοντας ένα εντυπωσιακό σερί επιτυχιών.
Το 1988 αγωνίστηκε με Suzuki GSX-R750 στην κατηγορία Superbike. Στον τελευταίο διπλό αγώνα της χρονιάς, σοβαρό ατύχημα στις ελεύθερες δοκιμές κατέστρεψε τη μοτοσυκλέτα του. Παρά τα τραύματά του, αγωνίστηκε με μοτοσυκλέτα φίλου και υποστηρικτή του και κατάφερε, κόντρα σε κάθε πρόβλεψη, να κερδίσει και αυτόν τον τίτλο Πρωταθλήματος.
Το 1989 σηματοδότησε μια νέα εποχή στην αγωνιστική πορεία του Σάκη Σκούρτα, καθώς υπέγραψε συμβόλαιο με τη Rothmans Hellas. Ήδη αναγνωρισμένος για την ταπεινότητα, το ήθος και το αγωνίζεσθαι, κυριάρχησε στους πρώτους αγώνες της κατηγορίας Superbike, κερδίζοντας όλους τους αρχικούς αγώνες της χρονιάς.
Η συνολική του παρουσία εκείνη την περίοδο δεν πέρασε απαρατήρητη. Κατά τα έτη 1989, 1990 και 1991, ο Σύνδεσμος Αθλητικών Συντακτών Μοτοσυκλέτας (ΕΣΑΜ) τον τίμησε με τη διάκριση του Καλύτερου Έλληνα Αναβάτη, αναγνωρίζοντας τόσο τις αγωνιστικές του επιτυχίες όσο και το ήθος και τη συνέπεια που τον χαρακτήριζαν εντός και εκτός πίστας.
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς συμμετείχε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, στον αγώνα του Paul Ricard στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών σημείωνε εξαιρετικούς χρόνους, μέχρι την προτελευταία ημέρα, όπου μηχανικό πρόβλημα οδήγησε σε πτώση με υψηλή ταχύτητα, προκαλώντας σοβαρό τραυματισμό και σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του αριστερού του χεριού.
Παρά τον σοβαρό τραυματισμό του, έχασε μόλις δύο αγώνες κατά τη διάρκεια της αποθεραπείας του. Επέστρεψε σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, διαψεύδοντας τις ιατρικές γνωματεύσεις που ανέφεραν ότι δεν θα μπορούσε να οδηγήσει ξανά. Συμμετείχε στους δύο τελευταίους αγώνες του Πανελληνίου Πρωταθλήματος και κατέκτησε τον τίτλο του Πρωταθλητή για το 1989.
Το 1990 συνέχισε με τη Rothmans Hellas και τη Honda RC30, κατακτώντας εκ νέου το Πρωτάθλημα με συνεχόμενες νίκες.
Προσφορά στο Άθλημα:
Τα προβλήματα και οι δυσκολίες που κατά καιρούς χαρακτήρισαν τους ελληνικούς αγώνες μοτοσυκλέτας τον κράτησαν εκτός ενεργού δράσης για αρκετά χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, με την παρότρυνση φίλων και συναθλητών, επέστρεψε στον χώρο, αυτή τη φορά με διαφορετικό ρόλο, προσφέροντας τις πολύτιμες τεχνικές και αγωνιστικές του γνώσεις σε νεότερους αθλητές.
Η εμπειρία, η μεταδοτικότητα και η αγάπη του για το άθλημα τον κατέστησαν σημείο αναφοράς για πολλούς αγωνιζόμενους, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εξέλιξη και την αγωνιστική τους ωρίμανση.
Η Κληρονομιά
Το 2017 ανέλαβε την ομάδα της KTM στην κατηγορία αναβατών ηλικίας από 13 έως 21 ετών, με πέντε αθλητές, ανάμεσά τους και τον γιο του, Θωμά Σκούρτα. Υπό την καθοδήγησή του, η ομάδα κατέκτησε πρωταθλήματα σε όλες τις χρονιές συμμετοχής της, ενώ σημείωσε και διεθνείς επιτυχίες, με νίκες στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα μέσω του Red Bull Rookies / Attack Junior Cup.
Μέσα από τη συνολική του πορεία, τις προσωπικές του διακρίσεις αλλά και τις επιτυχίες των αθλητών που καθοδήγησε, ο Σάκης Σκούρτας κατάφερε να αφήσει ένα βαθύ και ανθρώπινο αποτύπωμα στον χώρο της μοτοσυκλέτας. Σήμερα, πολλοί τον αποκαλούν «Ιπτάμενο», «Τζέντλεμαν» και «Πρωταθλητή της καρδιάς μας» — ένας χαρακτηρισμός ιδιαίτερα συγκινητικός, που συνοψίζει όχι μόνο τις επιτυχίες του, αλλά και το ήθος με το οποίο υπηρέτησε το άθλημα.


